Οργή

Ιουνίου 22, 2008 στο 8:01 πμ | Αναρτήθηκε στις Stories | 6 Σχόλια
Ετικέτες:

«Θα πεθάνεις μπάσταρδε!», φώναξε φτύνοντας σταγόνες από το στόμα του.
Πέταξε το σακάκι του στο βρώμικο και υγρό δάπεδο. Του το είχε αγοράσει ο πατέρας του τελευταία, ήταν το αγαπημένο του. Μα δεν το έννοιζε.
Τα μαύρα του μαλλιά έμπαιναν στα μάτια του κολλώντας πάνω στο πρόσωπό του. Τα έκανε στην άκρη και σκούπισε έπειτα τα βρεγμένα του χέρια πάνω στο παντελόνι του.
Κοίταξε γύρω του και εντόπισε αυτό που έψαχνε. Δίπλα στον πράσινο κάδο του Δήμου. Ένα μεταλλικό σκουπόξυλο. Η μια του άκρη βουτηγμένη στη λιμνούλα που σχημάτιζαν οι σταγόνες της βροχής. Έτρεξε να το πιάσει, η οργή ξεχίλιζε από κάθε πόρο του κορμιού του.

Απέναντί του μια σκοτεινή φιγούρα, σαν τρομακτική σκιά, χαμογέλασε μέσα από τη μάσκα που κάλυπτε το στόμα της. Ήταν κοντύτερη απ’ αυτόν, τουλάχιστον μια παλάμη, αλλά η όψη της μαρτυρούσε ανείπωτα συναισθήματα. Με μια γρήγορη κίνηση έφερε το δεξί της πόδι μπροστά και περίμενε…

«Να πας στο διάολο!», ούρλιαξε, όμοια με πολεμική κραυγή, και κραδαίνοντας το σκουπόξυλο και με τα δυο χέρια, όρμησε προς τη σκιά. Η βροχή έκανε τα χέρια του γλιστερά, δεν τον ενδιέφερε.
Θα χτυπούσε με όλη του τη δύναμη. Δεν το έννοιζε που, ήθελε να κάνει τη μέγιστη δυνατή ζημειά.

Η φιγούρα χαμήλωσε τους ώμους, έπιασε το θηκάρι που είχε κρεμασμένο στην αριστερή πλευρά της μέσης με το ίδιο χέρι, ενώ έφερε το δεξί πάνω στη λαβή του όπλου.

Ένας τρομαχτικός ήχος ακούστηκε. Απροσδιόριστος. Ένα σφύριγμα. Μέταλλο που κόβεται. Και ο θόρυβος της σάρκας.

Γούρλωσε τα μάτια του και έφτυσε σάλιο αλλιώτικο, κόκκινο…
Μια τεράστια πληγή που ταξίδευε από τον αριστερό του ώμο μέχρι την περιοχή κάτω από το τελευταίο δεξί πλευρό, στο ύψος της σκωληκοειδούς απόφυσης, έκανε την τρομαχτική εμφάνισή της κάτω από το ξεσκισμένο, υγρό και γεμάτο κόκκινες κηλίδες λευκό πουκάμισο.
Κοίταξε τα χέρια του τα οποία ήταν καλλυμένα με το δικό του αίμα, αραιωμένο από το νερό, και σωριάστηκε, με μια κραυγή πόνου, στο έδαφος.

Η φιγούρα έβαλε το σπαθί που κρατούσε στο δεξί της χέρι, αφού το τίναξε και το σκούπισε πάνω στο ύφασμα του μαύρου παντελονιού του, πίσω στο θηκάρι. Το χρώμα του ήταν απροσδιόριστο, γυάλιζε στο φως της λάμπας που βρισκόταν κάτω από το υπόστεγο. Απομάκρυνε τη μάσκα της, ενώ ταυτόχρονα κατέβασε την κουκούλα που κάλυπτε το κεφάλι της.
Ο άντρας, απροσδιορίστου ηλικίας, τίναξε τα μαλλιά του και ρούφηξε τον αέρα, αναμεμειγμένο με υγρασία, όμοια με κολυμβητή βγαίνει απ’ το νερό.
«Σε πάω μικρέ», ψιθύρισε και κατευθύνθηκε προς τον κάδο με τα σκουπίδια.
Άνοιξε με δύναμη το καπάκι ‘ η αποπνικτική μυρωδιά γέμισε την ατμόσφαιρα, παρόλ’ αυτά δεν αντέδρασε ούτε στο ελάχιστο. Έπιασε μια διαφανή σακούλα γεμάτη με κάθε λογής πράγματα και την τράβηξε έξω.
Μια γάτα που κουλούριαζε δίπλα της πετάχτηκε απότομα βγαίνοντας από πράσινο πλαστικό κατασκεύασμα. Ένιωσε τις σταγόνες της βροχής στο τρίχωμά της και άρχισε να τρέχει νιαουρίζοντας, αναζητώντας προφανώς καινούργιο καταφύγιο.
Έλυσε τον κόμπο που έκλεινε τη σακούλα με δυο κινήσεις και άδειασε το περιεχόμενό της στο έδαφος. Αποφάγια, πλαστικές συσκευασίες και ένα σπασμένο παιχνίδι γέμισαν το οπτικό του πεδίο.
«Σκατά», είπε.
Άρχισε να τινάζει τη σακούλα με το τεντωμένο το αριστερό χέρι, μακριά βέβαια από το σώμα του, με την ίδια επαναλαμβανόμενη κίνηση του καρπού. Μόλις κατάλαβε πως δεν είχε μείνει τίποτε μέσα, κατευθύνθηκε προς το κατάκοιτο αγόρι. Με δυο εκτάσεις των χεριών του έπιασε το βρώμικο πια σακάκι και όσα κομμάτια ρούχα δε βρίσκονταν πια πάνω στο κορμί του παιδιού. Τα έχωσε στην άδεια πια σακούλα με μια γρήγορη κίνηση.
Και μέσα σ’ αυτόν τον πρωτότυπο μπόγο πρόσθεσε τα δυο κομμάτια του, σπασμένου πια, κομμένου καλύτερα, μεταλλικού σκουπόξυλου.
Έβγαλε το σπαθί από τη μέση του μαζί με το θηκάρι και πέρασε στην άκρη του τη σακούλα, αφού πρώτα φρόντισε να τη δέσει γερά πάνω του. Στη συνέχεια, κρατώντας αυτό το διαφορετικό δισάκι με το αριστερό, το ακούμπησε στον ίδιο ώμο, κραδαίνοντας ακόμη τη λαβή του σπαθιού.
Έσκυψε, λυγίζοντας τα γόνατα και κοίταξε το πρόσωπο του παιδιού. Το πρόσωπό του συσπάστηκε, προσπαθώντας να χαμογελάσει και να φτύσει στο μάγουλο του αγοριού. Άνοιξε τη δεξιά του παλάμη και έπιασε τα μακριά του μαλλιά. Σηκώθηκε, κάνοντας το παιδί να φαίνεται καθιστό στο έδαφος.

«Είσαι τυχερός μικρέ», σφύριξε και άρχισε να περπατά με αργά βήματα προς την έξοδο του στενού, πάντα από την πλευρά των σκιών. Σέρνοντας το αγόρι μαζί του σα μυθικός νικητής από άλλη εποχή…

Συνεχίζεται

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.
Entries και σχόλια feeds.